Λόγια

Ὅταν μοῦ πειράζουν τὴν πατρίδα μου καὶ θρησκεία μου, θὰ μιλήσω, θὰ ῾νεργήσω κι᾿ ὅ,τι θέλουν ἂς μοῦ κάμουν.
- Μακρυγιάννης

Το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά.
- Σολωμός

ΚΡΙΤΩΝ (Ή περί πρακτέου ηθικός)

Ή είσαι τόσο σοφός, ώστε σου έχει διαφύγει ότι και από τη μητέρα και από τον πατέρα και από όλους τους άλλους προγόνους το πολυτιμότερο πράγμα είναι η πατρίδα και σεβαστότερο και αγιώτερο και σε ανώτερη θέση, κατά τη γνώμη των θεών και των φρονίμων ανθρώπων, και ότι πρέπει να σεβόμαστε και περισσότερο να υπακούμε και να αγαπάμε την πατρίδα, όταν οργίζεται, παρά τον πατέρα, και, ή να προσπαθούμε να την πείθουμε, ή να εκτελούμε ό,τι κι αν διατάζει. Και ή να υποφέρουμε, αν αυτή το θέλει, χωρίς το παραμικρό παράπονο, και αν θέλει ακόμα να μας δείρει ή να μας ρίξει στην φυλακή, ή να μας στείλει στον πόλεμο για να πληγωθούμε ή να σκοτωθούμε, όλα αυτά πρέπει να τα κάνουμε. Και έτσι είναι το σωστό. Μάλιστα δεν πρέπει να ξεφεύγουμε ούτε να οπισθοχωρούμε ούτε να εγκαταλείπουμε τη θέση μας, αλλά και στον πόλεμο και στα δικαστήρια και όπου αλλού, καθήκον μας είναι να εκτελούμε όσα διατάσσει η Πολιτεία και η πατρίδα, ή, το πολύ, αν εκείνο που διατάζει δεν μας φαίνεται δίκαιο, να της υποδείξουμε και να την πείσουμε ποιο είναι το δίκαιο. Να μεταχειριζόμαστε όμως βία, δεν είναι ασέβεια σε μια μητέρα, σε έναν πατέρα και πολύ περισσότερο στην πατρίδα;”
Πλάτωνας

Τι λένε οι άλλοι για εμάς...

Loading...

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Οικοδομώντας τον Σοσιαλισμό

Από το Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ του Αλέξανδρου Σολζενίτσυν:

Όταν ο ανακριτής Γκόλντμαν έδωσε στη Βέρα Κορνέγιεβα να υπογράψει το άρθρο 206, εκείνη κατάλαβε τα δικαιώματά της κι άρχισε να αναπτύσσει λεπτομερειακά την υπόθεση για όλους τους δεκαεπτά συγκατηγορουμένους της «θρησκευτικής ομάδας» τους. Εκείνος έγινε πυρ και μανία, μα δεν μπόρεσε να της αρνηθεί. Για να μην κουραστεί μαζί της, την πήγε στο μεγάλο γραφείο, όπου ήταν μαζεμένοι μισή ντουζίνα συνεργάτες του, και ο ίδιος έφυγε. Στην αρχή η Κορνέγιεβα διάβαζε, έπειτα έπιασαν κουβέντα, ίσως από τη βαριεστιμάρα των συνεργατών, και η Βέρα μετέτρεψε τη συζήτηση σε πραγματικό θρησκευτικό κήρυγμα. (Και πρέπει να την ξέρη κανείς. Είναι σπουδαία γυναίκα, με πνεύμα ζωντανό και με μεγάλη ευχέρεια λόγου, μ' όλο που όταν ήταν ελεύθερη είχε ασχοληθεί μόνο με τις δουλειές του εφαρμοστή, του σταβλίτη και της νοικοκυράς.) Την άκουγαν χωρίς να μιλάνε, κάνοντάς της μόνο πότε–πότε καμιά ερώτηση, για να εμβαθύνουν στο ζήτημα. Όλα τα έβλεπε από μιαν ανέλπιστη πλευρά. Το δωμάτιο γέμισε κόσμο, ήρθαν και από αλλού. Δεν ήταν βέβαια όλοι ανακριτές, αλλά και δακτυλογράφοι, στενογράφοι και αρχειοθέτες, αλλά ήταν όλοι από το δικό τους περιβάλλον, ήταν κι αυτοί Όργανα του 1946. Εδώ δεν μπορούμε να παραθέσουμε τον μονόλογό της, πρόλαβε και είπε πολλά και διάφορα. Μίλησε για προδότες της πατρίδας – γιατί δεν υπήρχαν προδότες στον Πατριωτικό πόλεμο του 1812 και στην εποχή της δουλοπαροικίας; Και τότε θα ήταν φυσικό να υπήρχαν! Μα περισσότερο από όλα μίλησε για τη θρησκεία και τους πιστούς. ΠΡΩΤΑ, τους είπε, για σας όλα σταματούσαν στο αχαλίνωτο πάθος –«κλέψτε τα κλεμμένα» – και τότε ήταν φυσικό να σας στέκονται εμπόδιο οι πιστοί. Μα τώρα που θέλετε να ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕΤΕ και να ευτυχήσετε σ' αυτό τον κόσμο, γιατί καταδιώκετε τους καλύτερους πολίτες σας; Αυτοί είναι για σας το πιο πολύτιμο υλικό: ο πιστός δεν χρειάζεται να ελέγχεται, ο πιστός δεν θα κλέψει, δεν θα δοκιμάσει να αποφύγει τη δουλειά. Νομίζετε λοιπόν πως μπορείτε να χτίσετε μια δίκαιη κοινωνία με ανθρώπους άρπαγες και ζηλόφθονους; Έτσι όμως θα γκρεμιστούν όλα. Γιατί φτύνετε τις ψυχές των καλύτερων ανθρώπων σας; Δώστε στην εκκλησία ό,τι της ανήκει, μην την πειράζετε, και δεν θα βγείτε χαμένοι! Είστε υλιστές; Βασισθείτε τότε στη μόρφωση, αφού, όπως λετε, αυτή θα εξουδετερώσει τη θρησκεία. Προς τι λοιπόν οι συλλήψεις; – Εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο ο Γκόλντμαν και θέλησε να τη διακόψει αγριεύοντας. Μα όλοι του έβαλαν τις φωνές: «Σκάσε εσύ!... Σώπα!... Μίλα, μίλα, γυναίκα!» (Πώς αλλιώς να την αποκαλούσαν; Πολίτισ σα; Συντρόφισσα; Όλα αυτά είναι απαγορευμένα, έχουν μπερδευτεί μέσα στη συμβατικότητα. Γυναίκα! Έτσι, όπως απευθυνόταν ο Χριστός, δεν μπορείς να λαθέψεις). Και η Βέρα συνέχισε να μιλάει μπροστά στον ανακριτή της!

Ας καλέσουν λοιπόν αυτούς τους ακροατές της Κορνέγιεβα στο Υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας – γιατί τάχα επηρεάστηκαν τόσο πολύ από τα λόγια μιας ασήμαντης κρατούμενης;

Ο ίδιος ο Ντ. Π. Τέρεχωφ θυμάται ως τώρα τον πρώτο που καταδίκασε σε θάνατο: «Τον λυπήθηκα.» Αυτή η ανάμνηση θα πρέπει να μένη ζωντανή σε κάποια πτυχή της καρδιάς του. (Από τότε όμως δεν θυμάται τους πολλούς, ούτε καν τους μετράει πια.)*

Όσο παγωμένοι κι αν είναι όμως οι δεσμοφύλακες του Μεγάλου Σπιτιού, στον εσωτερικό πυρήνα της ψυχής τους, στον πυρήνα του πυρήνα, κάτι θα πρέπει να τους έχει απομείνει.

*Με τον Τέρεχωφ μου συνέβη το εξής επεισόδιο. Όταν προσπαθούσε να μου αποδείξει την ορθότητα του δικαστικού συστήματος επί Χρουστσώφ, χτυπούσε πολύ ζωηρά το χέρι του στο χοντρό γυαλί του γραφείου του και ξέσχισε τον καρπό του στην κοφτερή άκρη του γυαλιού. Πάτησε το κουδούνι, οι υφιστάμενοί του έτρεξαν αμέσως και οι αξιωματικός της υπηρεσίας του έφερε ιώδιο και οξυζενέ. Συνεχίζοντας να κουβεντιάζει, ο Τέρεχωφ κρατούσε ανήμπορα το μουσκεμένο βαμβάκι πάνω στην πληγή: διαπιστώθηκε τότε πως το αίμα του δεν πήζει εύκολα. Τόσο φανερά του έδειξε ο Θεός πόσο περιορισμένες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου! – κι αυτός δίκαζε ακόμα, και καταδίκαζε άλλους σε θάνατο...